Ας συμμεριστούμε για λίγο τη θέση ενός μέσου, μη «ψαγμένου» απαραίτητα, θεατή-συνδρομητή του Netflix που κάθεται αναπαυτικά στον καναπέ του, μετά από μια ενδεχομένως κουραστική μέρα, και ανοίγοντας την πλατφόρμα διαπιστώνει ότι μόλις έκανε πρεμιέρα εκεί μια νέα ταινία με τον μάλλον δυσοίωνο τίτλο που μοιάζει και με αυτοεκπληγρούμενη προφητεία για τον ίδιο (ποιος ξέρει όμως, ίσως να πρόκειται για μαύρη κωμωδία ή να έχει να κάνει με συναρπαστικά βίαιο ξεκαθάρισμα λογαριασμών) I’m Thinking of Ending Things («Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος»).

Μπορεί στο παρελθόν να έχει δει ή ακόμα και να έχει απολαύσει κάποια ή κάποιες από τις ταινίες, τα σενάρια των οποίων έχει συλλάβει η ιλιγγιωδώς ιδιοσυγκρασιακή φαντασία του δημιουργού τους: Στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς, Adaptation, Η αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού… Γλυκόπικρες φαντασμαγορικές πραγματείες για το μεγαλείο και τη ματαιότητα των σχέσεων, για τον θρίαμβο και τη συντριβή (συχνά την ίδια στιγμή) των επίμονων ψευδαισθήσεων, για τις ευαισθησίες και τις νευρώσεις κλονισμένων «ετεροκανονικών» ανδρών που συνήθως έχουν αφομοιώσει πολλές δανεικές αφηγήσεις και παραστάσεις, λίγη ζωή όμως έχουν ζήσει στην πραγματικότητα και η επαφή τους με το εξιδανικευμένο αντίθετο φύλο είναι σποραδική και συχνά βαθιά προβληματική.

Η ταινία του Κάουφμαν δεν επιζητά αποκρυπτογράφηση, επιζητά να μπει στο δέρμα σου και στο μυαλό σου, αν έχεις φυσικά την προδιάθεση για κάτι τέτοιο (θα μπορούσε να συνοδεύεται με προειδοποίηση τύπου «εισέλθετε με δικό σας ρίσκο»).

Σαφώς μικρότερες είναι οι πιθανότητες να έχει δει (και ακόμα μικρότερες, να έχει απολαύσει) τις πολύ πιο ερμητικές ταινίες που έγραψε αλλά και σκηνοθέτησε συγχρόνως ο Τσάρλι Κάουφμαν – τη Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης ή την Anomalisa που επίσης βρίσκεται και παραφυλάει σε κάποια γωνία της πλατφόρμας του Netflix. Σε κάθε περίπτωση, αποφασίζει να πατήσει play κι ο Θεός βοηθός.

Στην αρχή όλα μοιάζουν σχετικά σαφή και νορμάλ, αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι οι δύο πρωταγωνιστές ηθοποιοί έχουν (σχεδόν) το ίδιο μικρό όνομα. Μέσα στη βαρυχειμωνιά, ο Τζέικ (Τζέσι Πλέμονς) οδηγεί με συνοδηγό την κοπέλα του «Λούσι» (Τζέσι Μπάκλεϊ) και προορισμό το πατρικό του σπίτι. Σταδιακά όμως τα πράγματα γίνονται περίεργα και αν δεν έχει φρικάρει ήδη ο υποθετικός θεατής μας από τις σκέψεις («οι σκέψεις δεν μπορούν να είναι ψεύτικες» σκέφτεται η Λούσι – ή μήπως μπορούν;) και τους διαλόγους που διεξάγονται κατά τη διάρκεια της διαδρομής στο αυτοκίνητο, πιθανότατα θα εγκαταλείψει αυτό το επικό κινηματογραφικό mindfuck όταν το ζεύγος φτάσει επιτέλους στο πατρικό του Τζέικ όπου καιροφυλακτούν οι αγρίως ιδιοσυγκρασιακοί γονείς του (Ντέιβιντ Θιούλις και Τόνι Κολέτ) οι οποίοι εμφανίζονται σε διάφορες ηλικιακές / διανοητικές φάσεις της ζωής τους, συχνά στην ίδια σκηνή. Ας τον αποδεσμεύσουμε λοιπόν κι ας δούμε τι μπορεί να γίνει με όλους εμάς που παραμείναμε μέχρι το (συγκλονιστικά απόκοσμο) φινάλε και τώρα ζητάμε επίμονα απαντήσεις. (Προσοχή: Ακολουθούν σημεία από την πλοκή της ταινίας)

Ποιον αφηγητή και ποιον χαρακτήρα να εμπιστευτούμε; Στα έγκατα τίνος μυαλού και τίνος ασυνειδήτου (πέραν του συλλογικού) συνέβη αυτή η περιδίνηση που βιώσαμε για δύο ώρες και ένα τέταρτο (σε γραμμικό χρόνο); Στης «Λούσι» (ή «Λουτσία» ή «Λουίζα» ή «Έιμι» ή «Υβόν»), η οποία στα credits αναφέρεται απλά ως «νεαρή γυναίκα», ή στου Τζέικ; Ή σε κάποιου άλλου; Στο μυαλό του ηλικιωμένου επιστάτη γυμνασίου ας πούμε, ο οποίος κάνει εμβόλιμα κι αινιγματικά περάσματα στην ταινία μέχρι την τελική ανάδειξή του σε απολύτως κρίσιμο παράγοντα της πλοκής; Στη μυστηριώδη φωνή που ακούγεται από την άλλη πλευρά του κινητού της Λούσι, λέγοντας κάθε φορά «Ένα μόνο είναι το ερώτημα που πρέπει να επιλυθεί»; Μας έκαψε πάλι τον εγκέφαλο ο Τσάρλι Κάουφμαν, μας μαύρισε την ψυχή.

Κι ανάμεσα σε όλο αυτό το σουρεάλ πανδαιμόνιο «μετα-αφήγησης» (με τη συνδρομή του στοιχειωμένου soundtrack του Jay Wadley και της εικαστικής παλέτας του Żal, του διευθυντή φωτογραφίας στις ταινίες του Παβλικόφσκι Ida και Ψυχρός πόλεμος) που επικρατεί ελεύθερο από ένα σημείο και μετά, ένα όργιο αναφορών, αναγωγών, τσιτάτων και αστερίσκων: από τη ρομαντική ποίηση του Γουίλιαμ Γουόρντσγουορθ και την «Κοινωνία του θεάματος» του Γκι Ντεμπόρ μέχρι τη μνημειώδη διατριβή του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας για τη διαβρωτική υφή της τηλεόρασης και το «τσεκούρωμα» που είχε επιφυλάξει η διάσημη κριτικός Πολίν Κάελ για το A Woman Under the Influence («Μια γυναίκα εξομολογείται») και ειδικότερα για την ερμηνεία της Τζίνα Ρόουλαντς σ’ αυτήν (δεν την είχα διαβάσει τη συγκεκριμένη κριτική, ακούγοντάς την όμως να μεταδίδεται στην ταινία του Κάουφμαν μου φάνηκε εξαιρετικά πειστική και στο εξής είμαι καταδικασμένος να αντιμετωπίζω για πάντα το φιλμ του Κασαβέτη με πολύ πιο καχύποπτη και εξεταστική ματιά).

Για να μην πούμε για το μιούζικαλ Oklahoma! των Ρότζερς και Χάμερσταϊν που αποτελεί κομβικό εξάρτημα στον μηχανισμό αλληγορίας της ταινίας ή για τη μεταφορά της ομιλίας αποδοχής του βραβείου Νόμπελ από τον Τζον Νας, όπως παρουσιάζεται στην ταινία «Ένα υπέροχο μυαλό» με τον Ράσελ Κρόου, ή για ένα εσωτερικό αστείο εις βάρος του σκηνοθέτη Ρόμπερτ Ζεμέκις, έτσι για να ελαφρύνει η ατμόσφαιρα.

«Από πού να ξεκινήσει κανείς;» είναι ο τίτλος της κριτικής που έγραψε για την ταινία ο A.O. Scott για τους New York Times, και αυτό ισχύει όχι μόνο για την κατεύθυνση της πλοκής αλλά και για όλα αυτά τα σπαράγματα που ακούγονται από τους δύο (ή είναι ένας τελικά;) χαρακτήρες της ταινίας. Ενδεικτικά και μόνο: «Οι ιοί δεν είναι παρά μόνο άλλο ένα παράδειγμα των πάντων». «Τα άλλα ζώα μπορούν να ζήσουν στο παρόν, οι άνθρωποι όχι, γι’ αυτό και ανακάλυψαν την ιδέα της ελπίδας». «Το μέγεθος του ψεύδους… Ότι θα γίνουν καλύτερα τα πράγματα, ότι ποτέ δεν είναι αργά, ότι ο Θεός έχει ένα πλάνο για σένα, ότι η ηλικία δεν είναι παρά ένας αριθμός». Ή, σε άλλο σημείο: «Μόνο στις μυστηριώδεις εξισώσεις της αγάπης μπορεί να βρεθεί η λογική».

Ήταν όλο ένα όνειρο, ένα δείγμα του φιλμ που βλέπει ο καθένας για την ζωή του; Εξάλλου, τα όνειρα μπορεί να είναι ασαφή, όμως η αίσθηση (φόβου, νοσταλγίας, προσμονής, απειλής, ματαίωσης) που αφήνουν είναι πολύ συγκεκριμένη και ανεξίτηλη.

Εδώ και τρία 24ωρα που έχουν μεσολαβήσει από την πρεμιέρα της ταινίας έχει αναπτυχθεί σε διάφορα μέσα μια μεγάλης κλίμακας επεξηγηματική παραφιλολογία που μπορεί να συγκριθεί με την αντίστοιχη για το Tenet (στο πιο κουλτουριάρικο, βεβαίως, εν προκειμένω). Δεν έχω δει ακόμα την ταινία του Νόλαν, οι γρίφοι του πονήματος του Κάουφμαν συνιστούν μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα –και πολύ πιο σχετική με τη ζωή και τις ψευδαισθήσεις και τις πικρίες που σέρνουμε ως το φινάλε– δημόσια συζήτηση.